Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

ΔίΝεΤου

Αργό μαρτύριο και βασανιστικό. Όπως πρέπει στην ύβρη της οποίας υποκείμενα αναδυθήκαμε επί δεκαετίες. Δεν επιδέχεται νέμεση ορθή κοφτή, μια κι έξω. Είναι άλλη η φύση του αμαρτήματός μας. Κι η τιμωρία έρχεται κομμένη και ραμμένη στο έγκλημα. Χρόνια τώρα, ζήσαμε στο περίπου. Περίπου δημοκράτες, περίπου φιλελεύθεροι, περίπου σοσιαλιστές, περίπου φερέγγυοι, περίπου αναπτυσσόμενοι, περίπου ολυμπιακοί θριαμβευτές, περίπου επικίνδυνοι δανειολήπτες, περίπου ευρωπαίοι, περίπου ανατολίτες, περίπου επαναστάτες. Περίπου δέχεται τώρα το διεθνές σύστημα εξουσίας να μη μας αφήσει μόνους στο χρεωστικό πνιγμό μας.

Έτσι τελειώνει στο περίπου κι η μεταπολίτευση ως modus vivendi και operandi. Καθώς αναμένουμε τα ultimo Ratio δάνεια της έσχατης ανάγκης μας, μη γνωρίζοντας ποιοι θα μας δώσουν ή τι θα μας ζητηθεί σε αντάλλαγμα, αβέβαιοι για το κατά πόσο στην όλη ιστορία είμαστε τα λυπηρά θύματα ή οι ιδανικοί αυτόχειρες της χώρας των χιλίων βλακών. Το κλείσιμο του κύκλου ξεκινά και στην πρώτη πράξη του έργου πρωταγωνιστεί η αβεβαιότητα. Ο Δάντης – της ομώνυμης Κόλασης – θα το έβρισκε πολύ λογικό. Κάθε αμάρτημα του εδώ βίου γυρνάει στην άλλη ζωή μπούμερανγκ. Το ξέραμε, κατά βάθος. Όταν ο εδώ Δάντης (βλ. Χρήστος: συνθέτης/τραγουδιάρης) ξεσήκωνε με το στίχο «οι ωραίοι έχουν χρέη», κάπου στο ανάμεσο λουλουδοπόλεμου, μισομπούκαλου και χαβαλέ σιγοψιθυριζόταν ο μελλοντικός επιτάφιος ενός τρόπου ζωής.

Με τον καιρό, εδραιωθήκαμε ως Έλληνες στο περίπου και μόνη αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε πια τίποτα. Θα λειτουργήσει ο μηχανισμός στήριξης; Από πού θα έρθει η πρώτη δόση; Από του χρόνου τι θα γίνει; Για πόσο καιρό θα παλεύουμε με το χρέος και το ΔΝΤ στο κεφάλι μας; Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, μας λένε. Με το σπαθί στο κόκαλο και το λουρί στο σβέρκο, νά τη πετιέται. Αλλά πού; Στο μέλλον όλη νέα δόξα; Στα σκουπίδια; Ως το περίπτερο για φτηνά τσιγάρα; Μέχρι τη γωνία να δει αν ερχόμαστε; Καλύτερα, ίσως, στη φωτιά. Που εξαγνίζει. Εδώ σε θέλω κάβουρα να περπατάς στα κάρβουνα. Σε τελική ανάλυση, τί’ναι ο κάβουρας, τί’ναι το ζουμί του. Τι είχαμε, τι χάσαμε. Πάμε για δοκιμασία.

Ας το δούμε κι έτσι. Μας υπόσχεται η κυβέρνηση ότι με κόπους και θυσίες οι πίσω μας σελίδες θα πληρωθούν και θα προχωρήσουμε κάποτε χωρίς θηλιά χρέους στο λαιμό. Μοιάζει να τάζει ένα μέλλον λίγο σαν το παρελθόν μας: οικείο, βολεματικό, με τις σταθερές του νεοελληνικού συστήματος λίγο έως πολύ εκεί. Κι είναι αυτό καλό; Είναι ζητούμενο; Είναι εθνικός στόχος άξιος λόγου και προσπάθειας να είμαστε σε πέντε χρόνια πιο φτωχοί, χρεωμένοι αλλά ασφαλείς υπό αγοραία κηδεμονία, με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ μας, τον Ρέππα και την Πιπιλή μας, τους μετανάστες μας, τα τουρκικά F16 μας, τα μεσημεριανάδικα, τα δελτία των οκτώ, τη Γουάσινγκτον μπαμπούλα και την ΕΕ μπαμπά; Όχι. Εξ ου και μέσα στην όλη άγνοια ας έχουμε, τουλάχιστον, μια συναίσθηση ευκαιρίας κι ας είμαστε έτοιμοι. Να κηδέψουμε τη μεταπολιτευτική περίοδο και τους εκφραστές της φαυλότητάς της μια για πάντα.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Το νου σας, ρεμάλια

Οι πιπίλες δεν βοηθούν στο μεγάλωμα. Και ούσα νήπιο η κοινωνία της Ελληνικής Δημοκρατίας τις συνηθίζει. Πιπίλα, που ρούφηξαν πρώτα τα ΜΜΕ, ήταν το δόγμα «άλλο αντιεξουσιαστές και άλλο τρομοκράτες.» Θες λόγω Τσίπρα και ελευθεριακών συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ; Θες επειδή πέντε τύποι που χτυπούν συχνά-πυκνά συσπειρώνουν την κοινή γνώμη υπέρ του κράτους; Θες γιατί κάποιους δεν τους ενοχλεί; Η αλήθεια είναι ότι μετά τον Δεκέμβριο του 2008 οι βόμβες και το γάζωμα πήγαιναν σύννεφο, κανένας όμως δεν έστρεψε το βλέμμα του στους ταραξίες, καταληψίες και στασιαστές του αντιεξουσιαστικού ακροαριστερού χώρου.

Πράγμα κομματάκι βλακώδες, αν λάβει κανείς υπ’όψη του τη ρητορική και τα δείγματα γραφής των ανθρώπων που διατείνονται πως μάχονται για την κατάλυση του κράτους και ονειρεύονται μια διαφορετική, όντως συλλογική και δικαιότερη κοινωνία. Δηλαδή, πώς περιμένει κανείς ότι θα κυνηγήσουν τους στόχους αυτούς; Με παρακαλετή πειθώ; Για το βέρο ιδεολόγο αυτού του άκρου, η δημοκρατία δεν είναι καλύτερη πολιτεία από τη δικτατορία. Δεν είναι μόνο το οικονομικό σύστημα που δρα εγκληματικά. Είναι η ίδια η κοινωνική και πολιτισμική υπόσταση ενός κόσμου ανελεύθερου, που οφείλει κανείς να αντιμάχεται. Σε σύγχρονες συνθήκες αστικής δύσης αρμόζει τακτική αντάρτικου πόλεων.

Ο βραζιλιάνος δολοφονημένος από το κράτος αναρχικός Κάρλος Μαρινγκέλα έχει δώσει έναν λεπτομερή οδηγό δράσης με «Το Εγχειρίδιο του Αντάρτη Πόλης». Με αυτό πορεύθηκαν οι Μπάαντερ Μάινχοφ και η γαλλική Άμεση Δράση. Οι κρατούμενοι ως τρομοκράτες των τελευταίων επιχειρήσεων της ΕΛΑΣ ανδρώθηκαν μέσα στο αναρχικό κίνημα. Ψήθηκαν στο πολυτεχνείο το ’95. Εκεί, λένε αυτοί που ξέρουν, και όχι στη 17Ν ήταν εξ αρχής η άκρη του νήματος της «νέας τρομοκρατίας». Στους πολίτες που φρονούν ότι στο κράτος αξίζει πόλεμος και για επίρρωση του πιστεύω περνούν στην πράξη με εκρηκτικά και υποπολυβόλα. Δυνάμει δε, λειτουργούν ως ασπίδα παρακρατικών κέντρων εξουσίας που κατευθύνουν τα πράγματα με παγκόσμιο γεωπολιτικό γνώμονα.

Η αντιτρομοκρατική ήρθε τα μέσα-έξω το περασμένο φθινόπωρο. Μέσα Νοεμβρίου είχε στρωθεί στη δουλειά, αποφασισμένη να περάσει βραχιόλια στους βολικούς αναδόχους ετών επικοινωνιακού και ψυχολογικού αντιπερισπασμού. Με βρετανική μέθοδο έβαλε στο στόχαστρό τα Εξάρχεια, τα στέκια, τα πάρκα και τις καταλήψεις. Επί ΝΔ οι άνθρωποι της CIA επέμεναν ότι ο μίτος οδηγεί σε παλιότερες οργανώσεις. Η για χρόνια παρακολούθηση των τώρα συλληφθέντων έπαψε επί Παυλόπουλου όλως εν αιθρία. Και στα ΜΜΕ είχε διοχετευτεί η πιπίλα. «Άλλο αντιεξουσιαστής, άλλο τρομοκρατία». Κι άλλο τα παιδιά του Αλέξη, που ψάχνει το δεδικαίωταί του στην Άμφισσα. Εκεί δικάζεται τώρα η κρίση μας, με το βλέμμα στον αυθαίρετα προφυλακισμένο Μάριο Ζέρβα. Το νου σας, ρεμάλια.

Βλέπε, άκου, μη μιλάς - μη μασάς

Το πρώτο που μαθαίνει ο νεοσύλλεκτος στις ένοπλες δυνάμεις είναι η άσκηση στην αυτοπειθαρχία. Η θητεία – για την πλειονότητα των υπηρετούντων – είναι κρίση και διαρκής αντιμετώπιση προκλήσεων σε περιβάλλον ανισότητας, αναξιοκρατίας, εικονικής ιεραρχίας, όπου επικρατεί ο ισχυρός, ο κόλακας, ο καιροσκόπος. Η εκμετάλλευση του άλλου ταυτίζεται με το συμφέρον ορισμένων, που περιμένουν την αδυναμία των πρόσφορων θυμάτων. Εκείνος που παραπονείται, γκρινιάζει, βαρυγκομά, θα βρεθεί χωρίς φοριαμό, με έξτρα αγγαρεία, χειρότερες υπηρεσίες, λιγότερες εξόδους και συντομότερη άδεια.

Υπό τέτοιες συνθήκες, η προτροπή «βλέπε, άκου, μη μιλάς» περικλείει σοφία. Ως μη αγγελικός, ο κόσμος σπάνια επιφυλάσσει τον αδέκαστο εκείνο διοικητή, που θα αγρυπνεί για την αγαστή ευποιία των ανδρών του. Ο ίδιος ο στρατευμένος οφείλει να φυλάσσει τα νώτα του. Ο στρατός είναι σαν τον καπιταλισμό της ξέφραγης αγοράς. Για να κερδίσει ένας, πρέπει να χάσει κάποιος άλλος. Και κάθε απώλεια ξεκινά από την ώρα που το υποκείμενο δείχνει σημάδια κόπωσης, αμφιβολίας, αναποφασιστικότητας. Τα όρνεα θα πέσουν τότε επάνω του για να σπαράξουν την ενέργεια, τους πόρους και τα δικαιώματά του. Κερδισμένος στο παίγνιο της θητείας βγαίνει εκείνος που συναισθάνεται πως δεν ορίζει τους κανόνες του παιγνιδιού, όμως ξέρει την κρίσιμη ώρα να κόβει το βήχα στα λαμόγια. Εδώ απαιτείται και το «μη μασάς».

Στο προκείμενο, είναι προφανές ότι τα μέλη της ελίτ που επωμίζονται τη διακυβέρνηση του τόπου δεν κατέχουν βιωματικά τη στυγνή αυτή αλήθεια. Βέβαια, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός πως οι αρκετοί δεν έχουν πάει στρατό, ή έχουν θητεύσει διακοπάροντας λόγω κομματικής εύνοιας και οικογενειοκρατικής παράδοσης. Όμως η διαπίστωση ισχύει πιεστική, ότι άνθρωποι που δεν έχουν κληθεί να διαχειριστούν τον εαυτό τους χωρίς μηχανισμούς υποστήριξης σε κάθε τους βήμα, ίσως να μην είναι οι πλέον κατάλληλοι διαχειριστές του κοινού μας ριζικού. Κι η κατά κανόνα παρουσία τέτοιων προσωπικοτήτων στα κοντρόλ της χώρας σημαίνει αδυναμία δημοκρατίας.

Σε περίοδο κρίσιμη, καθώς, ως έχουν δηλώσει κυβερνητικά χείλη, βρισκόμαστε σε «εμπόλεμη κατάσταση», έχουμε ανάγκη άνακτες-πολεμιστές. Με εμπεδωμένη τη γεύση πειθαρχίας, καρτερικότητας, υπομονής, στρατηγικής. Με εκ των πραγμάτων αίσθηση του τί εστί «κόκκινη γραμμή». Η αγαθή πρόθεση δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε κυβερνήτες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα χωρίς να διατυμπανίζουν τον κάθε τους προβληματισμό. Που γνωρίζουν πως εμπιστεύεται κανείς μόνο φίλους λιγοστούς. Που ξέρουν να κρατούν το χαλινό του κουμάντου. Διότι έχουν ζήσει τους κανόνες επιβίωσης και εμπλοκής. Και μπορούν, εφόσον πρέπει, να ξεμπροστιάσουν ιεραρχίες και στρατηγούς για το δίκιο και την αξιοπρέπεια – τους τιμιότερους, δηλαδή, δείκτες ελευθερίας του ανθρώπινου όντος.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Καλή Ανάπτυξη

Εμπρός με σχέδιο να αλλάξουμε τη χώρα. Οι προβλέψεις του Economist θέλουν σε πέντε χρόνια το έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ. Μααστριχτοταγώς. Συν θεώ, το 2014 θα είμαστε η Ελλάδα και θα είμαστε καλά – για καμμένη. Η ανάπτυξη θα είναι αρνητική στο -5%. Ο «κύκλος εργασιών» μας θα είναι τα 225 δις. Από αυτά, το 8% θα πηγαίνει κατευθείαν για πληρωμές τόκων χρέους που θα αγγίζει τα 344 δις, ήτοι 155% του ΑΕΠ. Κάπου καθ’οδόν φαίνεται πως χάθηκε κάθε αίσθηση συντονισμένης παραγωγικότητας.

Τι έπαθε ο Έλληνας δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα. Ίσως τον πείραξε η αστικοποίηση. Όχι μόνο διότι καταπιέζει τον αγέρωχο γέρο της ραχούλας μέσα του. Η Ελληνική επικράτεια δομείται επί χρόνια λάθος. Η επαρχία στέκει ατάκτως τσιμενταρισμένη, άβολη και γκρίζα. Η Αθήνα παραμένει συγκρίσιμη με Ασιατικές μεγαλουπόλεις. Στο χάος δύσκολα φυσάει το πνεύμα της έμπνευσης, πιο δύσκολα διαρκεί και σπανιότερα αφοσιώνεται στο κυνήγι στόχου. Η αύξηση του ΑΕΠ και η ανταγωνιστικότητα θέλουν σχεδιασμένη συνεννόηση.

Αν λαμβάναμε τους εαυτούς μας στα σοβαρά, πρώτη μέριμνα θα ήταν το Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο, που εκφράζει τις στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας για την επόμενη δεκαπενταετία. Αυτό ορίζει αναγκαία δίκτυα υποδομών και μεταφορών, πόλεις πόλους αναπτυξιακών επιλογών, χωρική διάρθρωση των παραγωγικών τομέων μέσα στο φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον – σε συνάρτηση με επιδιώξεις εξωτερικής πολιτικής και οικονομικής διπλωματίας. Θα ξεκινούσαμε με το τι και πώς θέλουμε να πετύχουμε. Δεν αρκεί η θέση «επιθυμώ μεταπρατική ανάπτυξη». Ισχύει μόνο αν τεθεί ως «οι μονάδες θα χτιστούν εκεί» και «θα εξυπηρετούνται από αυτόν το δρόμο, εκείνο το λιμάνι».

Πράσινη ενέργεια, επί παραδείγματι. Έστω η ιδέα δημιουργίας ενός «τείχους» ανεμογεννητριών στο ανατολικό Αιγαίο. Θα λειτουργούσε ως τεχνητό συνόρο γερμανικών και ισπανικών (πχ) συμφερόντων απέναντι στην Τουρκία, συμβάλλοντας στην ενεργειακή αυτονομία των νησιών και την επίτευξη μακροχρόνιων στόχων για τις ΑΠΕ. Μια τέτοια πρόταση υποβάλλεται κανονικά από αρμόδιο φορέα, κρίνεται, εντάσσεται σε κάποιο εθνικό σχέδιο δράσης. Έπειτα, ορίζονται φορείς υλοποίησης και εξασφαλίζεται χρηματοδότηση.

Στη χώρα τρέχουν σήμερα τρία προγράμματα που καθορίζουν την ανάπτυξή μας. Εντελώς ασύνδετα το ένα με το άλλο. Το ΕΧΣ, ο Καλλικράτης (πρώην Καποδίστριας 2) και το ΕΣΠΑ θα έπρεπε να έχουν κοινά γραφεία. Αντ’αυτού δρουν δίχως καμία μεταξύ τους συνεννόηση. Το σχέδιο σχεδιάζει σόλο, ένα υπουργείο κόβει την Έλλάδα σε βολικές για κομματικές δράσεις διοικητικές φέτες, τα χρήματα της ΕΕ κάθονται και περιμένουν. Αν και υπό τέτοιες συνθήκες η ευχή αποκτά αυξημένες δυσκολίες εφαρμογής, ας πούμε από καρδιάς «Καλή Ανάσταση».

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Ιφιγένεια και Αντιγόνη

Ο άνθρωπος πολλά αντέχει. Ον φύσει ευρηματικό, ταλαντούχο στην επιβίωση, τα όριά του είναι πλατιά. Μόνο οι απαίδευτοι ορίζοντές του τον στενεύουν. Ακόμα όμως κι ο απελέκητος βλαξ, έχει μιαν αίσθηση, έστω αντίληψη. Ψυχανεμίζεται το δούλεμα, την κοροϊδία. Κι όταν αισθάνεται ότι τον περιπαίζουν, εξανίσταται.

ΟΚ. Πρέπει, λέει, να μπει το χέρι βαθιά στην τσέπη μας. Όχι, όμως, για τα χρήματα. Σύνολος ο δέκατος τέταρτος μισθός του έθνους αντιστοιχεί στο κόστος τριών ελαττωματικών υποβρυχίων, που άρον-άρον αποφάσισε το δημόσιο τελικά να αγοράσει – ξελασπώνοντας άλλη μία γερμανική εταιρία, προτού δοθούν τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά σε συμφέροντα Άμπου Ντάμπι. Το πιάσιμο των οπισθίων του ανωνύμου Έλληνος γίνεται κυρίως για το global θεαθήναι. Για να ικανοποιηθεί το ελευθεροβόρο αίσθημα των «αγορών», που ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις. Μη μας τσαμπουνάνε, λοιπόν, ότι δια των οικονομικών θυσιών μας θα σωθεί η χώρα.

Ακόμα κι αν το τριετές πρόγραμμα της κυβέρνησης εφαρμοστεί υποδειγματικά, αποδίδοντας το απόλυτο του στόχου του, θα έχουμε μια χώρα με ανεκτό έλλειμμα και 300 δις χρέος. Αναγκασμένη στο διηνεκές να δανείζεται για να πληρώνει μισθούς και συντάξεις και οδεύουσα προς ύφεση ζοφερή – καθώς για την ταμπακέρα που καλείται ανάπτυξη κιχ δεν έχουν βγάλει οι κυβερνώντες. Διότι, αν δε δοθούν κίνητρα για επενδύσεις κι αν δεν ζητηθούν νέες συμμαχίες, η χώρα δε σώνεται με φορομπηχτικά κρεσέντα και φεστιβάλ λαϊκής αφαίμαξης. Συνεπώς, να λείπουν οι παρόλες.

Διότι, στην πραγματικότητα, ο Έλληνας ξέρει ότι τον δουλεύουν ψιλό γαζί. Συνειδητοποιεί πως άλλο κρύβεται πίσω από την όλη ιστορία. Μία αλήθεια απροσδιόριστη του γαργαλά την ψυχή. Πιάνει, ότι στον μεταβιομηχανικό δυτικό κόσμο η ελευθερία του ατόμου ορίζεται εν πολλοίς από την αγοραστική του δύναμη. Παρατηρεί, πως η Δύση συνολικά έχει στριμωχτεί από τις αναδυόμενες οικονομίες. Βλέπει, ότι αδίστακτα συμφέροντα εκπορευόμενα από πέντε-έξι υπερκερδοφόρα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα θα κάνουν οτιδήποτε ώστε μην αλλάξει το ισχύον παγκόσμιο καθεστώς, κοπανώντας όποιον πάει να σηκώσει κεφάλι. Κι αισθάνεται ότι οι ελεύθεροι πολίτες δεν βολεύουν καθόλου τα σχέδια των πολεμοχαρών υλικολάγνων.

Μας λένε τώρα, ότι η Ευρώπη διαβουλεύεται τη σωτηρία ημών. Ότι η «λύση» του ΔΝΤ παραμένει ανοιχτή. Παραγνωρίζουν πως στη χώρα τούτη, της αρπαχτής και της πατέντας, υπάρχει μια παράδοση βαθιά: Το μαζικό, θεριώδες ξύπνημα όταν η αδικία τελικιάζει. Όταν ποδοπατείται η αξιοπρέπεια της αλήθειας του πολίτη που δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Μένει να φανεί, αν έχουν γνώση του συλλογικού υποσυνείδητου αυτού του βράχου στην άκρη της Δύσης – κι αν είναι διατεθειμένοι να τραβήξουν το σχοινί στο έσχατο άκρο του. Εκεί, δηλαδή, που η Ιφιγένεια της αυτοθυσίας μεταμορφώνεται σε Αντιγόνη της επανάστασης.