Επ'ευκαιρία της σημερινής ανάρτησης στον "Σφυγμό της Μέρας" και της επιβολής ανώτατου ορίου αμοιβής στελεχών του ευρύτερου δημοσίου τομέα στις €6000 - λόγω κρίσης και καταλήστευσης του κράτους απο πλευράς golden boys.
Μα, ο προκλητικός πλουτισμός των "χρυσοκάνθαρων" δεν προκύπτει από τα μισθά τους. Μετοχές a la carte, tips για επενδύσεις on the side, δωράκια εκτός μενού, αυτά διογκώνουν τα σκανδαλώδη σύνολα των απολαβών τους. Συνεπώς, ολίγα χιλιάρικα πάνω ή κάτω μηνιαίως μικρή σημασία έχουν για τον κακοπροαίρετο μάνατζερ, που θα βρει τρόπο να καλύψει τη διαφ(θ)ορά.
Όντως, τα σπασμένα θα πληρώσουν τώρα οι όσοι τίμιοι ανακατεύτηκαν με τα πίτουρα. 'Ισως, όμως, ανάγκη είναι να κεντριστούν κι οι αγαθοί των μηχανισμών, που γνωρίζουν τις πομπές και σιωπηρά ανέχονται. Μακάρι, λοιπόν, το εν λόγω πλαφόν να γίνει αφορμή για εφεξής κατακραυγή και έλεγχο των άτιμων από τους ευσυνείδητους.
Να γίνει συνείδηση ότι ο λαμόγιος της κρατικής μηχανής δεν κλέβει από κάποιον φαντασιακό κορβανά. Από τον πολίτη τα παίρνει - και πρώτα-πρώτα από τον κάθε δημόσιο υπάλληλο!
(Έτσι Γης Μαδιάμ που γίναμε, ο πρωθυπουργός πλέον λειτουργεί κατά το πρότυπο Γιαχβέ. Για τις αμαρτίες όσων δρουν ανεξέλεγκτοι, ορίζει πυρ επί των κεφαλών όλων.)
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
City Story: Δημήτρης, 16
Ο Δημήτρης περιμένει τη μάνα του να ψωνίσει από τη λαϊκή και να τον πάρει με το αμάξι. Η ώρα δύο κι έχει τελειώσει σχολείο. Είναι δεκαέξι κι αφού πάει σπίτι θα φάει και θα φύγει για φροντιστήριο. Έχει πάρει θεωρητική κατεύθυνση. Δεν θυμάται ότι την Κυριακή έχει όσκαρ. Θυμάται ότι την Τετάρτη παίζει η πανάθα με βιγιαρεάλ. Φοράει παπούτσια πάνινα παντοφλέ με ασπρόμαυρα καρό. Έχει τις ψείρες στ'αυτιά ακόμα κι όταν δεν ακούει μουσικές. Προτιμά electro progressive techno house. Δεν ακούνε πολλά παιδιά τέτοια. Οι περισσότεροι ακούνε αυτά που τους παίζουν κι αυτά που βλέπουν. Για ν'ακούς pakito πρέπει να τον ψάξεις στο διαδίκτυο. Τα έτοιμα είναι πιο έυκολα.
Το κυριακάτικο φύλλο της προηγούμενης εβδομάδας έχει δίκιο: Ξύλο στο σχολείο παίζει πολύ. Συμμορίες επίσης, αλλά πιο πολύ στο κέντρο. Για το σεξ τα παραφουσκώνουν οι μεγάλοι. Τα κορίτσια κλασικά κάνουν παρέα μεταξύ τους, όπως και τ'αγόρια. Οι πιτσιρίκες πάντως έχουν αρχίσει να το κάνουν νωρίτερα από τους συνομήλικούς τους. Κατά κανόνα με μεγαλύτερους. Κοίτα τις και θα καταλάβεις. Ντύνονται για το σχολείο σα να πηγαίνουν για ψωνιστήρι. Τα αγόρια κολλάνε. Ο Δημήτρης είναι ψηλό παιδί, ωραίο, λεπτό και με καθαρό πρόσωπο. Δε χτυπάει στο μάτι για σπασίκλας ή φυτό. Ούτε είναι. Έχει φράτζες και φοράει χούντι με φουλάρι.
Εννιά στα δέκα παιδιά πάνω από δεκαπέντε έχουν δοκιμάσει ντραγκζ. Άντε οχτώ, για να μην τα φουσκώνουμε. Μαλακά εννούμε. Τα σκληρά είναι για πολύ βλαμμένους. Και όταν λέμε ότι παίζει ξύλο, δεν μιλάμε για τα ντούκια στα διαλείμματα και τις σφαλιάρες στο μάθημα. Στα σχολεία τα απογεύματα, ή στο Mall, οι παρέες δίνουν ραντεβού για να πλακωθούν. Κι αν ενοχλήσεις κάποιον που δεν πρέπει, σίγουρα θα κατεβάσει παρέα για να σε τραμπουκίσει. Η παρέα είναι στάνταρ. Ακόμα κι αν ο άλλος σου την πέσει σόλο. Είναι εκεί για να τραβήξει βιντεάκι στο κινητό, να εμψυχώσει το νταή, να επέμβει άν χρειαστεί.
Ευτυχώς που υπάρχει το φρονιστήριο, για να νιώθεις ότι κάποιος νοιάζεται για σένα. Στο σχολείο κανείς δεν θα ασχοληθεί με το πώς θα σε προετοιμάσει για πολίτη. Ούτε για τα ναρκωτικά γίνεται καμιά ενημέρωση της προκοπής, ούτε για τίποτε άλλο. Διαγώνισμα, βαθμός, εξετάσεις και τέλος. Τα κερατιάτικα τα πληρώνει ο πατέρας κι η μάνα, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Ο πατέρας έχει τρία πτυχία και τρία παιδιά. Είναι τραπεζικός. Ο Δημήτρης τον θαυμάζει που τα βγάζει πέρα, αλλά και τον λυπάται γιατί σκίζεται για τρεις κι εξήντα. Αν και η γενιά του θα τραβήξει χειρότερα. Θέλει να σπουδάσει, όμως ξέρει ότι αν δεν κάνει δική του δουλειά δε θα ζήσει καλά. Οι δικοί του δεν του έχουν μάθει τη λαμογιά. Τους ευχαριστεί κι ανησυχεί.
Γενιά της οργής την είπαν οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί. Καμία σχέση. Ούτε γενιά της αμφισβήτησης, όχι, σε καμία περίπτωση. Γενιά του τσαμπουκά, παίζει. Απογοητευμένη, επίσης. Καταλήψεις γίνονται για χαβαλέ κι επειδή είναι παράδοση. Κάτι βαλτοί μόνο τα παίρνουν στα σοβαρά και ξεσηκώνουν τους υπόλοιπους. Η τρίτη λυκείου πλακώνεται με τη δευτέρα και την πρώτη γιατί δε θέλει να χάνει παραδόσεις. Στις πορείες του Δεκέμβρη κατέβηκαν για την αδρεναλίνη. Ο Δημήτρης χαρακτηρίζει τον εαυτό του εξαίρεση. Δεν είναι όλοι οι μπάτσοι γουρούνια. Δεν είναι όλοι οι πιτσιρικάδες επαναστάτες. Ούτε αλήτες. Ούτε αδιάφοροι. Τα στερεότυπα κάνουν κακό στην κοινωνία.
Ο Δημήτρης πάει σχολείο στα Ανάβρυτα.
Το κυριακάτικο φύλλο της προηγούμενης εβδομάδας έχει δίκιο: Ξύλο στο σχολείο παίζει πολύ. Συμμορίες επίσης, αλλά πιο πολύ στο κέντρο. Για το σεξ τα παραφουσκώνουν οι μεγάλοι. Τα κορίτσια κλασικά κάνουν παρέα μεταξύ τους, όπως και τ'αγόρια. Οι πιτσιρίκες πάντως έχουν αρχίσει να το κάνουν νωρίτερα από τους συνομήλικούς τους. Κατά κανόνα με μεγαλύτερους. Κοίτα τις και θα καταλάβεις. Ντύνονται για το σχολείο σα να πηγαίνουν για ψωνιστήρι. Τα αγόρια κολλάνε. Ο Δημήτρης είναι ψηλό παιδί, ωραίο, λεπτό και με καθαρό πρόσωπο. Δε χτυπάει στο μάτι για σπασίκλας ή φυτό. Ούτε είναι. Έχει φράτζες και φοράει χούντι με φουλάρι.
Εννιά στα δέκα παιδιά πάνω από δεκαπέντε έχουν δοκιμάσει ντραγκζ. Άντε οχτώ, για να μην τα φουσκώνουμε. Μαλακά εννούμε. Τα σκληρά είναι για πολύ βλαμμένους. Και όταν λέμε ότι παίζει ξύλο, δεν μιλάμε για τα ντούκια στα διαλείμματα και τις σφαλιάρες στο μάθημα. Στα σχολεία τα απογεύματα, ή στο Mall, οι παρέες δίνουν ραντεβού για να πλακωθούν. Κι αν ενοχλήσεις κάποιον που δεν πρέπει, σίγουρα θα κατεβάσει παρέα για να σε τραμπουκίσει. Η παρέα είναι στάνταρ. Ακόμα κι αν ο άλλος σου την πέσει σόλο. Είναι εκεί για να τραβήξει βιντεάκι στο κινητό, να εμψυχώσει το νταή, να επέμβει άν χρειαστεί.
Ευτυχώς που υπάρχει το φρονιστήριο, για να νιώθεις ότι κάποιος νοιάζεται για σένα. Στο σχολείο κανείς δεν θα ασχοληθεί με το πώς θα σε προετοιμάσει για πολίτη. Ούτε για τα ναρκωτικά γίνεται καμιά ενημέρωση της προκοπής, ούτε για τίποτε άλλο. Διαγώνισμα, βαθμός, εξετάσεις και τέλος. Τα κερατιάτικα τα πληρώνει ο πατέρας κι η μάνα, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Ο πατέρας έχει τρία πτυχία και τρία παιδιά. Είναι τραπεζικός. Ο Δημήτρης τον θαυμάζει που τα βγάζει πέρα, αλλά και τον λυπάται γιατί σκίζεται για τρεις κι εξήντα. Αν και η γενιά του θα τραβήξει χειρότερα. Θέλει να σπουδάσει, όμως ξέρει ότι αν δεν κάνει δική του δουλειά δε θα ζήσει καλά. Οι δικοί του δεν του έχουν μάθει τη λαμογιά. Τους ευχαριστεί κι ανησυχεί.
Γενιά της οργής την είπαν οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί. Καμία σχέση. Ούτε γενιά της αμφισβήτησης, όχι, σε καμία περίπτωση. Γενιά του τσαμπουκά, παίζει. Απογοητευμένη, επίσης. Καταλήψεις γίνονται για χαβαλέ κι επειδή είναι παράδοση. Κάτι βαλτοί μόνο τα παίρνουν στα σοβαρά και ξεσηκώνουν τους υπόλοιπους. Η τρίτη λυκείου πλακώνεται με τη δευτέρα και την πρώτη γιατί δε θέλει να χάνει παραδόσεις. Στις πορείες του Δεκέμβρη κατέβηκαν για την αδρεναλίνη. Ο Δημήτρης χαρακτηρίζει τον εαυτό του εξαίρεση. Δεν είναι όλοι οι μπάτσοι γουρούνια. Δεν είναι όλοι οι πιτσιρικάδες επαναστάτες. Ούτε αλήτες. Ούτε αδιάφοροι. Τα στερεότυπα κάνουν κακό στην κοινωνία.
Ο Δημήτρης πάει σχολείο στα Ανάβρυτα.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Η ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Από τη μία, το ανίκανο να τιθασεύσει τον καιρό κράτος. Ξεχαρβαλωμένο, αυτιστικό και διεφθαρμένο. Κυβερνούμενο από μια παράταξη που υποσχέθηκε την επανίδρυσή του, από έναν πρωθυπουργό με απαράδεκτα αργά αντανακλαστικά. Χθες, είπε ότι η κρίση μας χτυπά την πόρτα. Κι ενώ όλοι γνωρίζουν ότι η κρίση έχει μπουκάρει στην κουζίνα και αδειάζει τα ντουλάπια, εκείνος υπόσχεται άλλο ένα σχέδιο, χωρίς καν να το παρουσιάζει.
Από την άλλη, η απαξιωματική αντιπολίτευση. Με προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις δυσανάλογα πενιχρό σε σχέση με την αποτυχία του κυβερνητικού έργου. Με στελέχη ακόμα φθαρμένα στη δημόσια συνείδηση από τα μεγάλα φαγοπότια του παρελθόντος. Με αρχηγό που δηλώνει έτοιμος να κυβερνήσει, αλλά δεν είναι σε θέση να πει με ποιούς, ούτε πώς ακριβώς θα βρει τα χρήματα για να κλείσει τρύπες και στόματα.
Κι ύστερα ο ΣΥΡΙΖΑ: Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ. Καταδικάζει τη βία και "δικαιολογεί" την αγανάκτηση. Στηρίζει τα κινήματα, αβαντάρει καταλήψεις και πορείες, αλλά δεν απομονώνει επί της ουσίας και στην πράξη τους μπαχαλάκηδες. Συμφωνεί με τον ΠΑΟ, στηλιτεύει το Βωβό. Πίνει καφέ με το Σουφλιά, κατακεραυνώνει τον Κακλαμάνη. Θέλει εξουσία, βδελύσσεται τις εξουσίες.
Στους αντίποδες, αγκυλωμένα συνεπές στις διαχρονικές του θέσεις το ΚΚΕ, χειριζόμενο ιδεολογήματα επιστημονικής φαντασίας. Ούτε δέχεται να συγκυβερνήσει, ούτε ποτέ θα κυβερνήσει. Συνεπως μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Αν μη τί άλλο, περιφρουρεί τις κάθε μορφής διαμαρτυρίες του. Νοικοκυρεμένα πράματα. Έχει μάθει δε πλέον να απηχεί και στον ορθόδοξο ελληνάρα.
Όχι ότι τρώει το ψωμί του ΛΑΟΣ. Η άκρα δεξιά βαστάει γερά. Τη βοηθά η εγκληματικότητα. Τρέφεται από την παραβατικότητα των μεταναστών. Από τον τσαμπουκά του βαθέως κράτους της γείτονος. Από τον παροξυσμό του ΠΘ της ΠΓΔΜ κι από το καμμένο κέντρο. Με κοινοβουλευτική ομάδα θίασο, καταγγέλει συμφέροντα αβέρτα διότι έχει βρει τη δική του χήνα με τα χρυσά αυγά.
Μεταξύ των παρατάξεων, εκβιασμοί και επικοινωνιακά παιχνίδια. Με ποιον νόμο θα διεξαγούν εκλογές; Πότε; Θα υπάρξει συναίνεση στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας; Υπάρχουν δυνατότητες κυβερνητικών συνεργασιών; Ο κόσμος πεινά κι αυτοί σφάζονται για το ποια ΜΜΕ θα πάρει καθένας με το μέρος του. Πόσοι δικοί μας θα μείνουν, πόσοι θα φύγουν, τί θέσεις θα πάρουν στον κρατικό μηχανισμό, στη στελέχωση της αργόσχολης συνδικαλιστικής νομενκλατούρας - που ο πολίτης έχεις απαξιώσει όσο τίποτα.
Και στη βάση της ζωής, τα μεγάλα αγκάθια. Παιδεία, δικαιοσύνη, εργασία και ασφάλεια. Ειδικά επί του τελευταίου, η βία ξέσπασε και διαρκώς κλιμακώνεται. Εν πολλοίς, διότι υπάρχουν ορισμένοι που έχουν απαυδήσει με κάθε έννοια διαλόγου, συναίνεσης, συνεννόησης και προκρίνουν πλέον τα τυφλά κουμπούρια.
Κι εδώ πρέπει κανείς να παραδεχτεί το εξής:
Το μπαλάκι έχουν τώρα τα φοιτητικά κινήματα, οι αυτο-οργανωμένοι πολίτες, οι καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια κ.ο.κ. Εκφράζουν, από τη μια, την "έυλογη οργή" και την "αγανάκτηση" μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Παρεμβαίνουν, υποτίθεται, εκεί που η πολιτεία παρεκτρέπεται και αντιστέκονται στον παροξυσμό της σαλεμένης αστυνομίας. Καταγγέλουν δάκτυλους προβοκατόρικους και περιφρουρούν το δικαίωμα στο όνειρο της συλλογικότητας.
Όμως, παράλληλα, κάνουν πλάτες σε μια νέα μορφή αβλεπούς τρομοκρατίας. Αφήνουν στοιχεία που ξεπετάγονται από τη μαζικότητα να απωθούν και να αποξενώνουν τον φυσικό σύμμαχο κάθε αντίστασης στο σύστημα, τον ανώνυμο πολίτη που ζορίζεται. Εχθρεύονται και τις υγιείς μονάδες που προσπαθούν να δράσουν στο χώρο των ΜΜΕ.
Οι σφαίρες δεν προκύπτουν εν αιθρία. Πρώτα έρχεται η διαμαρτυρία, κατόπιν η κρατική βία, ύστερα οι υλικές καταστροφές, ώσπου, όσο το αντιπάλεμα φουντώνει, η ανθρώπινη ζωή σταματά να αποτελεί έσχατο όριο προσβολής. Κι επειδή ο δρόμος έχει αρχίσει να χάνει τον προσανατολισμό του, πρέπει να το πουν όλοι δυνατά:
Επ'ουδενί οποιοσδήποτε δικαιολογείται να λέει ότι "καταλαβαίνει" τη σέχτα, ή ότι "δεν αδικεί" τον ΕΑ.
Η εκκίνηση της ονειρικότερης ουτοπίας θα λάβει χώρα όταν οι αυτο-οργανωμένοι πολίτες αποφασίσουν να αναχαιτίσουν τους τρομοκράτες των ιδίων (και όχι τους τρομοκράτες της εξουσίας, που έχει για ασπίδα της μιαν αναλώσιμη ΕΛΑΣ). Αυτός είναι ο καλός αγώνας. Όχι ο προπυλακισμός όποιου δεν συμφωνεί αυτόματα με τις δράσεις.
Ξανά: Το μπαλάκι έχουν τώρα τα φοιτητικά κινήματα, οι αυτο-οργανωμένοι πολίτες, οι καταλήψεις και τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια. Νομιμοποίηση αυτών υφίσταται όταν όντως προκύπτουν από την κοινωνία, για την κοινωνία, λόγω ανάγκης της κοινωνίας. Η κοινωνία θέλει ανατροπή. Δε θέλει φωτιά, ούτε αίμα. Εδώ ο γρίφος και η ιστορική πρόκληση.
ΥΓ - Αν δεν έχουμε πια βαρεθεί τη δημοκρατία, καθολικό αίτημα όλων με μαζική διεκδίκηση θα έπρεπε να είναι ένας δικαιότερος εκλογικός νόμος, μεταξύ άλλων με όριο συμμετοχής 50% για την εγκυρότητα των εκλογών και προσμέτρηση του λευκού.
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
ΚΑΤΟΙΚΟΙ, ΠΕΡΙΟΙΚΟΙ και ΓΕΙΤΟΝΕΣ
02.02.09 - απόγευμα: "Ενταση επικρατεί και στην οδό Αθηνάς, όπου κάτοικοι της Κυψέλης, που διαδηλώνουν για την κοπή των δέντρων στο πάρκο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Κύπρου και Πατησίων, διαπληκτίζονται με τα ΜΑΤ."
Το παραπάνω από τη ιστοσελίδα του ΕΤ κατόπιν ρεπορτάζ του city - παρεμφερείς οι αναφορές και σε άλλες ιστοσελίδες. Κοινή η χρήση του όρου "κάτοικοι της Κυψέλης" σε εναλλαγή με το "κάτοικοι της περιοχής". Όροι που, εντούτοις, ίσως δεν αποδίδουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Ρεπορτάζ του υποφαινόμενου - που έχει ζήσει για πάνω από δύο δεκαετίες στην οδό Καραμανλάκη, εκατό μέτρα από το σημείο - Κυριακή 01.02.09 στις 18.00 πιστοποίησε την παρουσία κατοίκων περιμετρικά του χώρου, οργανωμένων και ένθερμα εναντιούμενων στις ενέργειες του Δήμου. Είναι εκείνοι που κέρδισαν την περασμένη Παρασκευή την αναστολή των εργασιών τουλάχιστον έως την ερχόμενη Πέπμτη, όταν θα συνεδριάσει το Τριμελές Εφετείο για να εξετάσει την ακύρωση της πολεοδομικής άδειας του εγχειρήματος "γκαράζ". Κάτοικοι όντως, πρόσωπα οικεία της γειτονιάς, άνθρωποι πρόθυμοι να μιλήσουν επώνυμα και στο δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι.
Στα ενδότερα του χώρου, με μπουζούκια, κιθάρες και κρασιά, στημένη μια γιορτή. Από ανθρώπους λιγότερο γνωστούς στον όντως κάτοικο, κάτω των 40 και αισθητικά ομοιόμορφους, πάνω από εκατό τον αριθμό. Εκείνοι, όταν αντιλαμβάνονται την παρουσία μικροφώνου αντιδρούν. Δύο κοπέλες με ύφος επιθετικό και απαξιωτικό αναλαμβάνουν να ξεκαθαρίσουν ότι για να συνομιλήσουν με άνθρωπο που φέρει ευκρινώς δημοσιογραφική ταυτότητα θα πρέπει να γίνει πρώτα γενική συνέλευση. Στην ερώτηση συνέλευση ποίων, απαντούν "δεν έχει σημασία". Με τα πολλά και αφού οι τόνοι έχουν ανέβει, θα πουν "της κατάληψης του πάρκου".
Με δεδομένο ότι δεν μπορείς να γνωρίζεις κάθε συνομήλικό σου στα μέρη όπου έχεις μεγαλώσει, δύσκολα εξάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για κατοίκους της περιοχής. Πόσο μεγάλη όμως είναι η "περιοχή", ή η "Κυψέλη" είναι άλλο ερώτημα. Πάντως τα παιδιά με τα κρασιά και τα σκληρά λόγια, της "γειτονιάς" δεν είναι. Κι αν πρόκειται για περίοικους, το "περί-" είναι αναγκαστικά πολύ ευρύ. Διότι τόσους νέους ελληνόφωνους δεν βρίσκεις σήμερα ακόμα και σ'ένα ολόκληρο τετραγωνικό χιλιόμετρο της Κυψέλης.
Ορισμένοι από τους όντως περίοικους, τους μεγαλύτερης ηλικίας και ανοιχτούς στο διάλογο, αποκαλούν την ομάδα στο βάθος του πάρκου "περιφρούρηση". Κάποιοι άλλοι λένε ότι δεν γνωρίζουν τα "παιδιά". Είναι μάλλον βέβαιο ότι στην πλατεία Κοτζιά, απόψε, η ομάδα αυτή των "παιδιών" της "κατάληψης" και της "περιφρούρησης" θα ήταν εκεί. Εξ ου και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι στα επεισόδια πρωταγωνίστησαν ενώπιον του Δημαρχίου αποκλειστικά "κάτοικοι της Κυψέλης".
(Παρατηρήσεις από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει το τέως πάρκο πρώτο χέρι κι εξ απαλών ονύχων και διαφωνεί με την δημοτική απόφαση για εμπορική εκμετάλλευση του σημείου.)
Το παραπάνω από τη ιστοσελίδα του ΕΤ κατόπιν ρεπορτάζ του city - παρεμφερείς οι αναφορές και σε άλλες ιστοσελίδες. Κοινή η χρήση του όρου "κάτοικοι της Κυψέλης" σε εναλλαγή με το "κάτοικοι της περιοχής". Όροι που, εντούτοις, ίσως δεν αποδίδουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Ρεπορτάζ του υποφαινόμενου - που έχει ζήσει για πάνω από δύο δεκαετίες στην οδό Καραμανλάκη, εκατό μέτρα από το σημείο - Κυριακή 01.02.09 στις 18.00 πιστοποίησε την παρουσία κατοίκων περιμετρικά του χώρου, οργανωμένων και ένθερμα εναντιούμενων στις ενέργειες του Δήμου. Είναι εκείνοι που κέρδισαν την περασμένη Παρασκευή την αναστολή των εργασιών τουλάχιστον έως την ερχόμενη Πέπμτη, όταν θα συνεδριάσει το Τριμελές Εφετείο για να εξετάσει την ακύρωση της πολεοδομικής άδειας του εγχειρήματος "γκαράζ". Κάτοικοι όντως, πρόσωπα οικεία της γειτονιάς, άνθρωποι πρόθυμοι να μιλήσουν επώνυμα και στο δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι.
Στα ενδότερα του χώρου, με μπουζούκια, κιθάρες και κρασιά, στημένη μια γιορτή. Από ανθρώπους λιγότερο γνωστούς στον όντως κάτοικο, κάτω των 40 και αισθητικά ομοιόμορφους, πάνω από εκατό τον αριθμό. Εκείνοι, όταν αντιλαμβάνονται την παρουσία μικροφώνου αντιδρούν. Δύο κοπέλες με ύφος επιθετικό και απαξιωτικό αναλαμβάνουν να ξεκαθαρίσουν ότι για να συνομιλήσουν με άνθρωπο που φέρει ευκρινώς δημοσιογραφική ταυτότητα θα πρέπει να γίνει πρώτα γενική συνέλευση. Στην ερώτηση συνέλευση ποίων, απαντούν "δεν έχει σημασία". Με τα πολλά και αφού οι τόνοι έχουν ανέβει, θα πουν "της κατάληψης του πάρκου".
Με δεδομένο ότι δεν μπορείς να γνωρίζεις κάθε συνομήλικό σου στα μέρη όπου έχεις μεγαλώσει, δύσκολα εξάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για κατοίκους της περιοχής. Πόσο μεγάλη όμως είναι η "περιοχή", ή η "Κυψέλη" είναι άλλο ερώτημα. Πάντως τα παιδιά με τα κρασιά και τα σκληρά λόγια, της "γειτονιάς" δεν είναι. Κι αν πρόκειται για περίοικους, το "περί-" είναι αναγκαστικά πολύ ευρύ. Διότι τόσους νέους ελληνόφωνους δεν βρίσκεις σήμερα ακόμα και σ'ένα ολόκληρο τετραγωνικό χιλιόμετρο της Κυψέλης.
Ορισμένοι από τους όντως περίοικους, τους μεγαλύτερης ηλικίας και ανοιχτούς στο διάλογο, αποκαλούν την ομάδα στο βάθος του πάρκου "περιφρούρηση". Κάποιοι άλλοι λένε ότι δεν γνωρίζουν τα "παιδιά". Είναι μάλλον βέβαιο ότι στην πλατεία Κοτζιά, απόψε, η ομάδα αυτή των "παιδιών" της "κατάληψης" και της "περιφρούρησης" θα ήταν εκεί. Εξ ου και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι στα επεισόδια πρωταγωνίστησαν ενώπιον του Δημαρχίου αποκλειστικά "κάτοικοι της Κυψέλης".
(Παρατηρήσεις από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει το τέως πάρκο πρώτο χέρι κι εξ απαλών ονύχων και διαφωνεί με την δημοτική απόφαση για εμπορική εκμετάλλευση του σημείου.)
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009
ΠΩ, ΠΩ, ΣΚΟΝΗ ΠΟΥ ΣΗΚΩΣΑΜΕ...
Σε συνέχεια - και λήξη - της σχολιο-πλημμύρας επί της προηγούμενης ανάρτησής μου, το παρακάτω απευθύνεται στους οργίλους του κυβερνοχώρου που ξαπόστασαν στο παρόν ιστολόγιο για να εκτονωθούν. Με αγάπη:Απορώ με την αίσθηση προτεραιοτήτων σας. Αφού με έχετε σταμπάρει ως αστικής κουλτούρας βλάκα και ψωνάρα, γιατί επιμένετε να ασχολείστε με την περίπτωσή μου; Θέλετε να με πείσετε για κάτι; Να σας παραδεχτώ ως επαναστάτες στο μπλαμπλά;
Για να βάζουμε σιγά-σιγά τα πράματα στη θέση τους. Μέχρι πρότινος, με το βίτσιο του παρατηρητή που με δέρνει, θεωρούσα ότι ίσως εκεί έξω να λαμβάνει χώρα μια κάποιου είδους εξέγερση. Ως Κωνσταντίνος κι ως δημοσιογράφος θεώρησα υποχρέωσή μου να ασχοληθώ με το φαινόμενο αυτό, δίνοντας όπως μπορώ βήμα σε φωνές που (νόμιζα) φιμώνονται ένεκα στερεοτύπων, αντί να λιμάρω τα νύχια μου βλέποντας σκουπίδια στην TV.
Στους δρόμους έκανα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, συχνά εποικοδομητικές ακόμα και στη διαφωνία. Εάν, όμως, η πλειονότητα εξ υμών που εδώ συνάντησα συνιστάτε χαρακτηριστικό δείγμα της ιντελιγκέντσιας των "εξεγερμένων", το πόρισμά μου προκύπτει ως εξής:
Γιαλαντζή εξέγερση. Αντιδραστικές ψυχοσυνθέσεις και άγουρα μυαλά βλέπω, καλά παιδιά-καλά πάσχατα και γενιά της απο-γοήτευσης. Λίγοι μεταξύ σας διαθέτουν αίσθηση της ιστορικής συγκυρίας και ιδεολογική συνέπεια. Ο ρομαντισμός ξεχειλίζει, η οργή επίσης, όμως καμία επανάσταση δεν ευοδώθηκε στο κουτουρού.
Κρίνοντας από τους ιστορικούς προγόνους σας, σε ορίζοντα δεκαετιών ορισμένοι θα έχετε γίνει, ως μονάδες, χειρότερα γρανάζια του συστήματος από τον εκάστοτε "δημοσιοκάφρο" Κωνσταντίνο Μπογδάνο. Ως σύνολο δε, φοβάμαι πως θα έχετε καταφέρει να καταστείτε μοχλός για να περάσουν ακόμα αντικοινωνικότερες, ακόμα πιο άδικες πολιτικές, ακόμα αυστηρότεροι περιορισμοί των ελευθεριών όλων μας.
Κάποιος αναφέρθηκε στον Μάη του '68. Ο Μάης έφερε στην εξουσία το απαύγασμα του ντεγκωλισμού. Κι ο κόκκινος Ντάνι, πρασινίσας, το παίζει πια ντίβα ως ΝΑΤΟαπολογητής στα ευρωέδρανα. Ακόμα και η κριτική 'διαφωρά' του μεταμοντερνισμού της αριστεράς και της προόδου τελεί σε θεωρητική χρεωκοπία.
Ίσως, βέβαια, θεωρείτε καθήκον σας να πασχίζετε ωστέ να οδηγηθούν οι δυτικές μεταβιομηχανικές κοινωνίες στο αμήν, ώστε να γίνει εν καιρώ κάποιο μεγάλο μπαμ, τραβώντας δια της μεθόδου του Πιτυοκάμπτη από τη μία εσείς κι από την άλλη τα "αφεντικά". Αυτό όμως δεν είναι εξέγερση. Είναι ρόλος για πιόνι σε σχέδια μείζονα.
Με άλλα λόγια, καμία επανάσταση δε βλέπω να λαμβάνει χώρα στο όνομά σας. Διότι η πρακτική και η ρητορική πολλών μεταξύ σας, που δίνουν και τόνο στους υπόλοιπους, είναι φασίζουσας απόχρωσης και ως τέτοιες βαθιά αντιλαϊκές και στερούμενες κοινωνικών ερεισμάτων: "Εγώ ξέρω τί είναι καλό για σένα και με το στανιό θα στο επιβάλω."
Συνεπώς, ευχαριστώ τους λίγους που μου έδωσαν καλόπιστα τροφή για σκέψη, επίσης για την προσοχή σας. Θα εξακολουθήσω να αφουγκράζομαι τον κόσμο στον οποίο ζω, αλλά αυτή η φάση της συζήτησης μεταξύ μας - κατά την οποία οι μεν σούρνουν (και δη επί προσωπικού) ενώ ο δε προσπαθεί να επικοινωνήσει - ας λήξει εδώ.
Για να βάζουμε σιγά-σιγά τα πράματα στη θέση τους. Μέχρι πρότινος, με το βίτσιο του παρατηρητή που με δέρνει, θεωρούσα ότι ίσως εκεί έξω να λαμβάνει χώρα μια κάποιου είδους εξέγερση. Ως Κωνσταντίνος κι ως δημοσιογράφος θεώρησα υποχρέωσή μου να ασχοληθώ με το φαινόμενο αυτό, δίνοντας όπως μπορώ βήμα σε φωνές που (νόμιζα) φιμώνονται ένεκα στερεοτύπων, αντί να λιμάρω τα νύχια μου βλέποντας σκουπίδια στην TV.
Στους δρόμους έκανα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, συχνά εποικοδομητικές ακόμα και στη διαφωνία. Εάν, όμως, η πλειονότητα εξ υμών που εδώ συνάντησα συνιστάτε χαρακτηριστικό δείγμα της ιντελιγκέντσιας των "εξεγερμένων", το πόρισμά μου προκύπτει ως εξής:
Γιαλαντζή εξέγερση. Αντιδραστικές ψυχοσυνθέσεις και άγουρα μυαλά βλέπω, καλά παιδιά-καλά πάσχατα και γενιά της απο-γοήτευσης. Λίγοι μεταξύ σας διαθέτουν αίσθηση της ιστορικής συγκυρίας και ιδεολογική συνέπεια. Ο ρομαντισμός ξεχειλίζει, η οργή επίσης, όμως καμία επανάσταση δεν ευοδώθηκε στο κουτουρού.
Κρίνοντας από τους ιστορικούς προγόνους σας, σε ορίζοντα δεκαετιών ορισμένοι θα έχετε γίνει, ως μονάδες, χειρότερα γρανάζια του συστήματος από τον εκάστοτε "δημοσιοκάφρο" Κωνσταντίνο Μπογδάνο. Ως σύνολο δε, φοβάμαι πως θα έχετε καταφέρει να καταστείτε μοχλός για να περάσουν ακόμα αντικοινωνικότερες, ακόμα πιο άδικες πολιτικές, ακόμα αυστηρότεροι περιορισμοί των ελευθεριών όλων μας.
Κάποιος αναφέρθηκε στον Μάη του '68. Ο Μάης έφερε στην εξουσία το απαύγασμα του ντεγκωλισμού. Κι ο κόκκινος Ντάνι, πρασινίσας, το παίζει πια ντίβα ως ΝΑΤΟαπολογητής στα ευρωέδρανα. Ακόμα και η κριτική 'διαφωρά' του μεταμοντερνισμού της αριστεράς και της προόδου τελεί σε θεωρητική χρεωκοπία.
Ίσως, βέβαια, θεωρείτε καθήκον σας να πασχίζετε ωστέ να οδηγηθούν οι δυτικές μεταβιομηχανικές κοινωνίες στο αμήν, ώστε να γίνει εν καιρώ κάποιο μεγάλο μπαμ, τραβώντας δια της μεθόδου του Πιτυοκάμπτη από τη μία εσείς κι από την άλλη τα "αφεντικά". Αυτό όμως δεν είναι εξέγερση. Είναι ρόλος για πιόνι σε σχέδια μείζονα.
Με άλλα λόγια, καμία επανάσταση δε βλέπω να λαμβάνει χώρα στο όνομά σας. Διότι η πρακτική και η ρητορική πολλών μεταξύ σας, που δίνουν και τόνο στους υπόλοιπους, είναι φασίζουσας απόχρωσης και ως τέτοιες βαθιά αντιλαϊκές και στερούμενες κοινωνικών ερεισμάτων: "Εγώ ξέρω τί είναι καλό για σένα και με το στανιό θα στο επιβάλω."
Συνεπώς, ευχαριστώ τους λίγους που μου έδωσαν καλόπιστα τροφή για σκέψη, επίσης για την προσοχή σας. Θα εξακολουθήσω να αφουγκράζομαι τον κόσμο στον οποίο ζω, αλλά αυτή η φάση της συζήτησης μεταξύ μας - κατά την οποία οι μεν σούρνουν (και δη επί προσωπικού) ενώ ο δε προσπαθεί να επικοινωνήσει - ας λήξει εδώ.
Καλά μυαλά σας εύχομαι και καλούς αγώνες, επ'αγαθόν της κοινωνίας, βεβαίως-βεβαίως.
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009
Θύματα σκυλεύουν τον Δεκέμβρη
Πέμπτη 22.01.09, 20:30. Οδός Πειραιώς. Μεταχειρίστηκαν την πορεία ως συνήθως για να σπάσουν και να δείρουν. Για την τιμή της Κούνεβα. Ως αντίσταση στην εγκόσμια αδικία η τυφλή (ακόμη χειρότερα και κωφή) βία. ΕΛΑΣ, βεβαίως, πουθενά κι ο στόχος διάφανος.Καδρόνια και μάρμαρα από τη μία, κοπελίτσες, σερβιτόροι, μουσικοί και θαμώνες απ'την άλλη. Θρύψαλα το BIOS κι οι άνθρωποί του σαπακιασμένοι. Διότι το μαγαζί τόλμησε να πατήσει ξένα χωράφια. Είπε κι αυτό να ασχοληθεί με την υπόθεση της υπενοικιαζόμενης συνδικαλίστριας δίχως κίνητρα εντελώς ανιδιοτελή και αλτρουιστικά. Πήγε, με δυο λόγια, να φάει λίγο απ'το ψωμί του επαγγελματία κουκουλοφόρου.
Κι ύστερα έχεις το κάθε αφελές ανδράποδο της ανέχειας που γεννά ιδεοληψία, το κάθε έρμαιο των παιδικών τραυμάτων και των μετεφηβικών απωθημένων, που βγαίνει στα διαδίκτυα πίσω από την ηλεκτρονική κουκούλα της ανωνυμίας επικροτώντας το ξυλίκι.
Εύγε λοιπόν. Αβαντάρετε τον τσαμπουκά που εξυπηρετεί άριστα τα πραγματικά κέντρα εξουσίας της μεταβιομηχανικής νεοφεουδαλικής καπιταλιστικής μας φάσης, παροχετευόμενος στο σπάσιμο μαγαζιών και τη δημιουργία σπινθιρισμών. Μία, δύο, τρεις - πού θα πάει. Θα πάρει μπρος το επόμενο στάδιο της παγκόσμιας ιστορίας που μας επιφυλάσσουν οι αυτοματισμοί της απληστίας.
Κι ούτε βλέπει κανείς να αντιδρούν οι συνεπείς, οι ιδεολόγοι, οι βέροι αντιεξουσιαστές της αποφυγής της βίας. Απόντες, δυστυχώς, την ώρα που επαναστατική τους υποχρέωση θα ήταν να περιφρουρούν το αληθινό εν σπέρματι κίνημα, οι σύντροφοι των όσων αξιοπρεπών καταλήψεων εκεί έξω. Από εκείνες με τσίπα κι όχι με Τσίπρα.
Απών και ο κοινός νους, αδύναμος να παράξει τα στοιχειωδέστερα των ερωτημάτων: Γιατί, όταν καταστρέφεται το εκάστοτε BIOS, το κράτος ως σώματα ασφαλείας - που υποχρεούται να υπερασπίζεται τον στόχο οποιασδηποτε βίαιης ενέργειας - είναι ΠΑΝΤΑ απόν; Γιατί, από την άλλη, το κράτος ως τοπική αυτοδιοίκηση είναι ΠΑΝΤΑ στο σημείο σε μισή ώρα να μαζέψει τα σπασμένα;
Πόσο κρίμα. Θύματα: Άνθρωποι-κοκτέηλ αφέλειας και τεστοστερόνης, ανεργίας και συμπλεγματισμών. Είστε, δυστυχέστατα, το μπουζί στη μηχανή τους. Αναρωτηθείτε ποιοι υποδεικνύουν ποιο μαγαζί έχει σειρά, υπό το πρόσχημα ότι "όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας". Ποιοι σας πουλούν για επαναστατικές κορδέλες ατόφιο το credo και τον σκοταδισμό της Νέας Τάξης χειριζόμενοι άριστα τεχνικές προπαγάνδας και μάρκετινγκ.
Ποιοι διαβρώνουν την καταλυτική δύναμη του ανθρώπινου όντος, ενταφιάζοντας όλο και βαθύτερα το αντιστασιακό φως της συμπόνιας, της ευσπλαχνίας, της αγάπης.
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008
σκληρός καθρέφτης
Η σπίθα σκάει οπουδήποτε.
Η φωτιά φουντώνει εκεί που βρίσκει τροφή.
Η φωτιά φουντώνει εκεί που βρίσκει τροφή.
Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν. Όχι, δεν τέθηκε η οικονομία μας (ξανά) υπό επιτήρηση. Δεν αρνήθηκαν όλα τα διεθνή χρηματοσπιστωτικά ιδρύματα να μας χορηγήσουν επαχθέστατα δάνεια για να εξυπηρετήσουμε το ελλειμματικό μας εξωτερικό ισοζύγιο ή τη μαύρη τρύπα του προϋπολογισμού. Δεν βρεθήκαμε στους δρόμους πένητες να χτυπάμε κατσαρόλες, όλοι μαζί, αστοί και μικρομεσαίοι, όπως πριν χρόνια οι Αργεντίνοι. Για την ώρα, επτωχεύσαμεν αξιακά. Ηθικά. Κοινωνικά. Ίσως πολιτισμικά. Μια στιγμή στην οποία χίλιοι διάβολοι έσπασαν το ποδάρι τους ήταν αρκετή για να μας ξεγυμνώσει. Για να μας δείξει ότι οι χίλιοι διάβολοι της ιστορίας είμαστε εμείς. Με τις επιλογές μας. Με τις πράξεις και τις παραλήψεις μας. Γενιές τώρα.Στα χριστουγεννιάτικα αποκαΐδια μιας παραβιασμένης Αθήνας, μετράμε το ανάστημά μας ως χώρα και ως κοινωνία. Στις σπασμένες προθήκες, στα λεηλατημένα μαγαζιά, στα σκόρπια κάνιστρα των χημικών και στις πέτρες των οδοστρωμάτων καθρεφτιζόμαστε. Κάθε φορά που ένας από εμάς διάβηκε το κατώφλι ενός βουλευτή για να ζητήσει το ρουσφέτι του, κάθε φορά που φοροδιαφύγαμε, που συμβάλαμε στη δημιουργία μιας αγοράς εργασίας που προσομοιάζει κάτεργο, που μείναμε καρφωμένοι μπροστά στις αηδίες που μας σέρβιραν τα ΜΜΕ, που δε δώσαμε ευκαιρία στις καλές ιδέες ενός νέου, που κοιτάξαμε την πάρτη μας ρίχνοντας το γείτονα, το συμπολίτη, κάθε φορά που λαδώσαμε ή χρηματιστήκαμε, οπλίζαμε λιθαράκι το λιθαράκι το χέρι του ειδικού φρουρού που ένα Σάββατο βράδυ στα Εξάρχεια αφαίρεσε τη ζωή ενός παιδιού πάνω στον ανθό της.
Δεν ήταν ατύχημα αυτό που συνέβη, δεν ήταν γκίνια, απλή αναποδιά. Πρόκειται περί συμπτώματος ενός συστήματος που νοσεί βαθιά. Κι ούτε μπορούν να αποδοθούν απλά στους γνωστούς-αγνώστους, τους κουκουλοφόρους, τους αναρχικούς, τους αντιεξουσιαστές (ή όπως αλλιώς βολευόμαστε να τους αποκαλούμε) τα επεισόδια που συντάραξαν την πατρίδα μας και που μας έκαναν πρώτο θέμα διεθνώς, ρεζίλι και όνειδος. Πήραμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Όλοι καταστρέψαμε. Εμείς που θρέψαμε τους πολιτικούς μας με την ανάγκη και την ανοχή μας. Που επιτρέψαμε σε ομάδες νέων ανθρώπων να νιώσουν ότι στο περιθώριο είναι καλύτερα, ότι το γκρέμισμα είναι προτιμότερο από το χτίσιμο. Που δεχτήκαμε να φιλοξενούμε μετανάστες της απολύτου ένδειας. Που διαβρώσαμε την εγγενή αισιοδοξία της νεότητας. Δε θέλησε πολύ για να ξυπνήσουμε μια ωραία πρωία τυφλά κτήνη στη λαίλαπα.Η ώρα του ξεσπάσματος δεν είναι τυχαία. Καιρό τώρα ζυμώνεται το κακό. Ένας προς έναν οι πυλώνες της συνειδησιακής μας συναντίληψης δυναμιτίζονται. Δικαιοσύνη των παραδικαστικών κυκλωμάτων και των μεγαλοδικηγόρων. Παιδεία της ημιμάθειας, της παπαγαλίας και του φροντιστηρίου. Πολιτική της μίζας και της λαμογιάς. Οικονομία που παραπαίει μεταξύ χρέους και υποαπασχόλησης. Εκκλησία της ιερής αρπαχτής και των υπεράκτιων. ΜΜΕ της αναίδειας και της διαπλοκής. Σώματα ασφαλείας που όταν πρέπει δε χιονίζουν και το Μάη δροσολογούν βίαια. Εθνική υπόσταση υπο διεθνή ευτελισμό σε όλα τα μείζονα μέτωπα.
Μέσα στον ορυμαγδό ο νοικοκύρης έχει κάτι να διαφυλάξει – μια δουλίτσα, μια περιουσία. Η γενιά iPod όμως αποστερήθηκε και την ίδια την ελπίδα του μέλλοντος, πριν ορμήξει στους δρόμους για ν’αρπάξει παρόν. Είναι ανώφελο ν’αναρωτιόμαστε ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι που πλαισίωσαν τις κινητοποιήσεις των παιδιών. Τη μάσκα του γκρεμιστή φοράμε χρόνια όλοι. Ο μικρός Αλέξης στάθηκε μάρτυρας της πιο κρίσιμής μας ώρας. Μένει να δούμε πως θ’αντιδράσουμε τώρα, που είδαμε το τρομερό είδωλό μας και νιώσαμε τη μήνι του προδομένου μας εαυτού. Αν απλά επιστρέψουμε κατά μόνας και ομαδόν στην απάθεια, το business as usual θα γίνει τραγικό επίγραμμά μας.
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008
Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ-ΑΠΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ, ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ ΠΑΝΩ ΣΕ ΛΕΥΚΕΣ ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΕΝΑΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΣΚΛΑΒΩΝ, ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΜΕ ΚΑΡΑΒΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ, ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ ΝΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΕΙ ΕΝΑ ΘΡΙΑΜΒΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΕΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ.
Πριν από 83 χρόνια, σε μια φυλακή του αμερικανικού Νότου ένας μαύρος μάγκας σκάρωσε ένα μπλουζ. Το τραγούδιαπευθυνόταν στον τότε κυβερνήτη του Τέξας, Πατ Νεφ, ζητώντας απόδοση χάρης. Παραδόξως, το κομμάτι συγκίνησε τον Νεφ κι ο συνθέτης του αποφυλακίστηκε. Σήμερα θεωρείται ως ένας εκ των αγίων πατέρων της μαύρης μουσικής. Η ιστορία του Λεντμπέλι είναι αληθiνή όσο και συμβολική: Ο δρόμος προς την ελευθερία και την κοινωνική ανέλιξη της μαύρης Αμερικής περνά διαχρονικά μέσα από τη μουσική της.
Γκόσπελ, μπλουζ, τζαζ, ροκ εν ρολ, civil rights songs, σόουλ, ντίσκο, χιπ-χοπ… Πίσω από κάθε νότα οι αγώνες των μαύρων για ισότητα κι ευημερία. Ξεκινώντας ως ανδράποδο από τις βαμβακοφυτείες, μέχρι να φτάσει στο Λευκό Οίκο ο Αφροαμερικανός έμαθε να κοινωνεί την ταυτότητά του μέσα από τη μουσική. Κι έτσι κατάφερε να μπολιάσει το λευκό καθεστώς.
Πρόκειται για μια ιστορία πάλης και μέθεξης. Μέχρι να αποδεχθεί το μαύρο στοιχείο ως ισότιμο, η Αμερική της ανατολικής ακτής και της υπερσυντηρητικής ενδοχώρας χρειάστηκε σχεδόν εκατό χρόνια έκθεσης σε μια τέχνη αυθεντική, που διεγείρει ευαισθησία, συμπάθεια και ενσυναίσθηση.
Από τα ομαδικά τραγούδια των σκλάβων ξεπήδησε το μπλουζ στις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι μαύροι εργάτες είδαν το τραγούδι σαν απόδραση από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και το έκαναν γκόσπελ ως κομμάτι της θρησκευτικής λατρείας τους. Ομως, η στιγμή που ο νέγρος πιάνει μια κιθάρα και τραγουδά σόλο αλλάζει τα πάντα. Ντε φάκτο παράσιτος δουλοπάροικος, αν και συνταγματικά ελεύθερος από το 1865, όταν επιλέγει να τραγουδήσει ως αυτόνομος καλλιτέχνης προβαίνει σε πράξη πολιτική. Σηματοδοτεί την ώρα που απελεύθερος πια αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως προσωπικότητα μέσα στην κοινωνία.
Το λευκό κατεστημένο έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με τη μαύρη μουσική από το 1910 έως το 1920. Μορφές των μπλουζ όπως ο Ρόμπερτ Τζόνσον ή ο Λεντμπέλι, όπως εκατοντάδες άλλοι άσημοι «κρούνερ», συρρέουν στις πόλεις για να γίνουν εργάτες. Οι μαύροι που εγκαταλείπουν τις όχθες του Μισισιπή και εγκαθίστανται στο Σικάγο, το Ντιτρόιτ, τη Νέα Υόρκη, φέρνουν μαζί τη μουσική τους. Κρατούν ρυθμό σφηνώνοντας ένα καπάκι κόκα-κόλας
κάτω από το παπούτσι τους κι αρχίζουν να γρατζουνάνε τις χορδές ενός έθνους. Από την κληρονομιά εκείνης της εποχής ξεπηδούν ιερά τέρατα του μπλουζ: Μάντι Γουότερς, Τζον Λι Χούκερ, Μέμφις Σλιμ, Μπι-Μπι Κινγκ.
Τότε περίπου γεννιέται κι η τζαζ - μια παραλλαγή της μαύρης ψυχής πάνω στη βαθιά κανονική, λευκή μουσική φόρμα.Χρησιμοποιώντας τα ίδια όργανα με ένασχήμα που θα έπαιζε τσάρλεστον ή φοξ-τροτ, συμπλέκοντας στοιχεία κλασικά καινεωτεριστικά, σπάει τις νόρμες με αυτοσχεδιαστικά μοτίβα. Είναι το πρώτο είδος μουσικής που φέρνει μαύρους και λευκούς σε επαφή. Τότε ξεκινά η μεγάλη ώσμωση. Την εποχή που ο Τζορτζ Γκέρσουιν γράφει το «Rhapsody in Blue», ενώ μεσουρανεί ο Ντιουκ Ελινγκτον του Cotton Club.
Ο ρηξικέλευθος χαρακτήρας της τζαζ θα μιλήσει στην ψυχή του Αμερικανού της οικονομικής κρίσης και του Ευρωπαίου της μεσοπολεμικής παρακμής. Καθώς οι ναζί κατατάσσουν την τζαζ στις «εκφυλισμένες» τέχνες, ο λευκός της φιλελεύθερης Δύσης ανακαλύπτει μέσα του το νέγρο. Ως αποτέλεσμα, η τζαζ που γεννιέται στη Νέα Ορλεάνη το 1915 θα ταξιδέψει ως τα πέρατα του κόσμου και θα παραμείνει κραταιό μουσικό κίνημα για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Μέσα από τα διαστήματα και τα ημιτόνιά της, η μαύρη κοινότητα της Αμερικής συνειδητοποιεί σταδιακά πως είναι φορέας μιας πολιτισμικής δυναμικής, ικανής να αλλάξει την κουλτούρα των ΗΠΑ, αλλά και του πλανήτη.
Η μεγάλη συμμετοχή μαύρων στρατιωτών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιφέρει τομές στον τρόπο με τον οποίο η Αμερική αντιμετωπίζει το έγχρωμο μέρος της. Τις πρώτες αισιόδοξες μεταπολεμικές δεκαετίες, μαύροι μουσικοί όπως ο Τσακ Μπέρι και ο Λιτλ Ρίτσαρντ πρωτοστατούν στο νέο ήχο που μετατρέπει το σουίνγκ σε ροκ εν ρολ. Ενόσω το Tutti Frutti δονεί ραδιόφωνα και ηλεκτρόφωνα, η μαύρη μουσική βγαίνει επίσης στο γυαλί με τους Νατ Κινγκ Κόουλ, Ρέι Τσαρλς και Σαμ Κουκ. Η εξελικτική ορμή της ποπ κουλτούρας είναι πια ασταμάτητη. Στα νάματα της νέγρικης παράδοσης βαπτίζονται λευκοί αστέρες, όπως ο Ελβις ή, πιο μετά, οι Βρετανοί Μπιτλς.
Καθώς ξεκινούν τα ’60s, οι ιδεολογίες συγκρούονται παγκόσμια και οι Αφροαμερικανοί απαιτούν εμφατικά ίση μεταχείριση. Η σόουλ κάνει δυνατή είσοδο στα πράγματα και το τραγούδι γίνεται πολιτικό όχημα. Την εποχή που ιδρύεται η εμβληματικότερη μαύρη δισκογραφική εταιρία όλων των εποχών, η Μοτάουν, μορφές σαν τους Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μοχάμεντ Αλι σηκώνουν πρώτοι τη μαύρη γροθιά στον ουρανό. Ο Μάρβιν Γκέι στρατεύεται, η Αρίθα Φράνκλιν φωνάζει «Respect», ο Τζέιμς Μπράουν προτρέπει: «Πες το δυνατά, είμαι μαύρος και περήφανος γι’ αυτό». Ο Τζίμι Χέντριξ γίνεται ο ίδιος σύμβολο πάλης και ανατροπής. Είναι η χρυσή εποχή του μαύρου κινήματος.
Μέσα από πολιτικές συγκρούσεις και οδομαχίες, μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας οι φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ υποχωρούν. Η μαύρη κουλτούρα ξυπνά σε έναν κόσμο όπου έχει γίνει σχεδόν mainstream κι εκτρέπεται στην ντίσκο της υπερβολής και των συνθετικών ναρκωτικών, που κορυφώνεται αργότερα με το φαινόμενο Mάικλ Τζάκσον. Ενώ όμως η κοινωνική ενσωμάτωση προχωρά, η μαύρη ψυχή έρχεται αντιμέτωπη με την αστική αναλγησία μιας Αμερικής που -ανεξαρτήτως χρώματος- βλέπει τις οικονομικές ανισότητες να διευρύνονται και το όνειρο να προσπερνά.
Τότε γεννιέται το ραπ. Παιδί του πολέμου των συμμοριών, προϊόν της γραμμής παραγωγής των εργοστασίων της GM του Ντιτρόιτ αλλά και της αντίδρασης του LA στην υπερπολυτέλεια του Χόλιγουντ, ξεκινά ως underground στριτ ήχος από τις αρχές του ’80. Καθώς έγχρωμοι διαπρέπουν σε όλους τους τομείς, οι NWA (Niggers with Attitude), o LL Cool J, οι Run DMC μιλούν πια για τη βία, τη φτώχεια, τις ανθρώπινες σχέσεις και την πολιτική και απευθύνονται σε όλους: λευκούς, ισπανόφωνους, μαύρους. Αμέτρητοι ράπερ ξεπηδούν από αυτό το λίκνο. Κι όταν το ραπ εξαγοράζεται σχεδόν από τη showbiz, μετεξελίσσεται σε χιπ-χοπ και κατακτά με τον ανατρεπτικό του ήχο το παγκόσμιο χωριό μας.
Πριν από λίγα χρόνια, ένας λευκός νεαρός από το Ντιτρόιτ, που μεγάλωσε μέσα στην ένδεια και τη βία, μπούκαρε με τις ρίμες του στα στενά της μαύρης μουσικής. Αντίθετα με ό,τι είχε συμβεί με τον Ελβις το ’60, η έγχρωμη κοινότητα υποδέχτηκε τον ράπερ Εμινεμ με σέβας, αναγνωρίζοντας η ίδια ότι δεν ισχύουν πια τα άτεγκτα στεγανά του παρελθόντος - όσο δρόμο κι αν έχουν ακόμη οι ΗΠΑ μέχρι την εμπέδωση κοινωνικής δικαιοσύνης και αρμονίας. Κι ίσως το γεγονός αυτό να συνιστά ισχυρότερο δείγμα της ευόδωσης των αγώνων της μαύρης Αμερικής και από την ίδια την εκλογή του Ομπάμα. Διότι η επανόρθωση ενός κρίματος δεν συντελείται όταν μετανοεί ο θύτης, αλλά όταν συγχωρεί το θύμα.
(όπως δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 8.10.'08)
Πριν από 83 χρόνια, σε μια φυλακή του αμερικανικού Νότου ένας μαύρος μάγκας σκάρωσε ένα μπλουζ. Το τραγούδιαπευθυνόταν στον τότε κυβερνήτη του Τέξας, Πατ Νεφ, ζητώντας απόδοση χάρης. Παραδόξως, το κομμάτι συγκίνησε τον Νεφ κι ο συνθέτης του αποφυλακίστηκε. Σήμερα θεωρείται ως ένας εκ των αγίων πατέρων της μαύρης μουσικής. Η ιστορία του Λεντμπέλι είναι αληθiνή όσο και συμβολική: Ο δρόμος προς την ελευθερία και την κοινωνική ανέλιξη της μαύρης Αμερικής περνά διαχρονικά μέσα από τη μουσική της.
Γκόσπελ, μπλουζ, τζαζ, ροκ εν ρολ, civil rights songs, σόουλ, ντίσκο, χιπ-χοπ… Πίσω από κάθε νότα οι αγώνες των μαύρων για ισότητα κι ευημερία. Ξεκινώντας ως ανδράποδο από τις βαμβακοφυτείες, μέχρι να φτάσει στο Λευκό Οίκο ο Αφροαμερικανός έμαθε να κοινωνεί την ταυτότητά του μέσα από τη μουσική. Κι έτσι κατάφερε να μπολιάσει το λευκό καθεστώς.
Πρόκειται για μια ιστορία πάλης και μέθεξης. Μέχρι να αποδεχθεί το μαύρο στοιχείο ως ισότιμο, η Αμερική της ανατολικής ακτής και της υπερσυντηρητικής ενδοχώρας χρειάστηκε σχεδόν εκατό χρόνια έκθεσης σε μια τέχνη αυθεντική, που διεγείρει ευαισθησία, συμπάθεια και ενσυναίσθηση.
Από τα ομαδικά τραγούδια των σκλάβων ξεπήδησε το μπλουζ στις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι μαύροι εργάτες είδαν το τραγούδι σαν απόδραση από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και το έκαναν γκόσπελ ως κομμάτι της θρησκευτικής λατρείας τους. Ομως, η στιγμή που ο νέγρος πιάνει μια κιθάρα και τραγουδά σόλο αλλάζει τα πάντα. Ντε φάκτο παράσιτος δουλοπάροικος, αν και συνταγματικά ελεύθερος από το 1865, όταν επιλέγει να τραγουδήσει ως αυτόνομος καλλιτέχνης προβαίνει σε πράξη πολιτική. Σηματοδοτεί την ώρα που απελεύθερος πια αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως προσωπικότητα μέσα στην κοινωνία.
Το λευκό κατεστημένο έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με τη μαύρη μουσική από το 1910 έως το 1920. Μορφές των μπλουζ όπως ο Ρόμπερτ Τζόνσον ή ο Λεντμπέλι, όπως εκατοντάδες άλλοι άσημοι «κρούνερ», συρρέουν στις πόλεις για να γίνουν εργάτες. Οι μαύροι που εγκαταλείπουν τις όχθες του Μισισιπή και εγκαθίστανται στο Σικάγο, το Ντιτρόιτ, τη Νέα Υόρκη, φέρνουν μαζί τη μουσική τους. Κρατούν ρυθμό σφηνώνοντας ένα καπάκι κόκα-κόλας
κάτω από το παπούτσι τους κι αρχίζουν να γρατζουνάνε τις χορδές ενός έθνους. Από την κληρονομιά εκείνης της εποχής ξεπηδούν ιερά τέρατα του μπλουζ: Μάντι Γουότερς, Τζον Λι Χούκερ, Μέμφις Σλιμ, Μπι-Μπι Κινγκ.
Τότε περίπου γεννιέται κι η τζαζ - μια παραλλαγή της μαύρης ψυχής πάνω στη βαθιά κανονική, λευκή μουσική φόρμα.Χρησιμοποιώντας τα ίδια όργανα με ένασχήμα που θα έπαιζε τσάρλεστον ή φοξ-τροτ, συμπλέκοντας στοιχεία κλασικά καινεωτεριστικά, σπάει τις νόρμες με αυτοσχεδιαστικά μοτίβα. Είναι το πρώτο είδος μουσικής που φέρνει μαύρους και λευκούς σε επαφή. Τότε ξεκινά η μεγάλη ώσμωση. Την εποχή που ο Τζορτζ Γκέρσουιν γράφει το «Rhapsody in Blue», ενώ μεσουρανεί ο Ντιουκ Ελινγκτον του Cotton Club.
Ο ρηξικέλευθος χαρακτήρας της τζαζ θα μιλήσει στην ψυχή του Αμερικανού της οικονομικής κρίσης και του Ευρωπαίου της μεσοπολεμικής παρακμής. Καθώς οι ναζί κατατάσσουν την τζαζ στις «εκφυλισμένες» τέχνες, ο λευκός της φιλελεύθερης Δύσης ανακαλύπτει μέσα του το νέγρο. Ως αποτέλεσμα, η τζαζ που γεννιέται στη Νέα Ορλεάνη το 1915 θα ταξιδέψει ως τα πέρατα του κόσμου και θα παραμείνει κραταιό μουσικό κίνημα για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Μέσα από τα διαστήματα και τα ημιτόνιά της, η μαύρη κοινότητα της Αμερικής συνειδητοποιεί σταδιακά πως είναι φορέας μιας πολιτισμικής δυναμικής, ικανής να αλλάξει την κουλτούρα των ΗΠΑ, αλλά και του πλανήτη.
Η μεγάλη συμμετοχή μαύρων στρατιωτών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιφέρει τομές στον τρόπο με τον οποίο η Αμερική αντιμετωπίζει το έγχρωμο μέρος της. Τις πρώτες αισιόδοξες μεταπολεμικές δεκαετίες, μαύροι μουσικοί όπως ο Τσακ Μπέρι και ο Λιτλ Ρίτσαρντ πρωτοστατούν στο νέο ήχο που μετατρέπει το σουίνγκ σε ροκ εν ρολ. Ενόσω το Tutti Frutti δονεί ραδιόφωνα και ηλεκτρόφωνα, η μαύρη μουσική βγαίνει επίσης στο γυαλί με τους Νατ Κινγκ Κόουλ, Ρέι Τσαρλς και Σαμ Κουκ. Η εξελικτική ορμή της ποπ κουλτούρας είναι πια ασταμάτητη. Στα νάματα της νέγρικης παράδοσης βαπτίζονται λευκοί αστέρες, όπως ο Ελβις ή, πιο μετά, οι Βρετανοί Μπιτλς.
Καθώς ξεκινούν τα ’60s, οι ιδεολογίες συγκρούονται παγκόσμια και οι Αφροαμερικανοί απαιτούν εμφατικά ίση μεταχείριση. Η σόουλ κάνει δυνατή είσοδο στα πράγματα και το τραγούδι γίνεται πολιτικό όχημα. Την εποχή που ιδρύεται η εμβληματικότερη μαύρη δισκογραφική εταιρία όλων των εποχών, η Μοτάουν, μορφές σαν τους Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μοχάμεντ Αλι σηκώνουν πρώτοι τη μαύρη γροθιά στον ουρανό. Ο Μάρβιν Γκέι στρατεύεται, η Αρίθα Φράνκλιν φωνάζει «Respect», ο Τζέιμς Μπράουν προτρέπει: «Πες το δυνατά, είμαι μαύρος και περήφανος γι’ αυτό». Ο Τζίμι Χέντριξ γίνεται ο ίδιος σύμβολο πάλης και ανατροπής. Είναι η χρυσή εποχή του μαύρου κινήματος.
Μέσα από πολιτικές συγκρούσεις και οδομαχίες, μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας οι φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ υποχωρούν. Η μαύρη κουλτούρα ξυπνά σε έναν κόσμο όπου έχει γίνει σχεδόν mainstream κι εκτρέπεται στην ντίσκο της υπερβολής και των συνθετικών ναρκωτικών, που κορυφώνεται αργότερα με το φαινόμενο Mάικλ Τζάκσον. Ενώ όμως η κοινωνική ενσωμάτωση προχωρά, η μαύρη ψυχή έρχεται αντιμέτωπη με την αστική αναλγησία μιας Αμερικής που -ανεξαρτήτως χρώματος- βλέπει τις οικονομικές ανισότητες να διευρύνονται και το όνειρο να προσπερνά.
Τότε γεννιέται το ραπ. Παιδί του πολέμου των συμμοριών, προϊόν της γραμμής παραγωγής των εργοστασίων της GM του Ντιτρόιτ αλλά και της αντίδρασης του LA στην υπερπολυτέλεια του Χόλιγουντ, ξεκινά ως underground στριτ ήχος από τις αρχές του ’80. Καθώς έγχρωμοι διαπρέπουν σε όλους τους τομείς, οι NWA (Niggers with Attitude), o LL Cool J, οι Run DMC μιλούν πια για τη βία, τη φτώχεια, τις ανθρώπινες σχέσεις και την πολιτική και απευθύνονται σε όλους: λευκούς, ισπανόφωνους, μαύρους. Αμέτρητοι ράπερ ξεπηδούν από αυτό το λίκνο. Κι όταν το ραπ εξαγοράζεται σχεδόν από τη showbiz, μετεξελίσσεται σε χιπ-χοπ και κατακτά με τον ανατρεπτικό του ήχο το παγκόσμιο χωριό μας.
Πριν από λίγα χρόνια, ένας λευκός νεαρός από το Ντιτρόιτ, που μεγάλωσε μέσα στην ένδεια και τη βία, μπούκαρε με τις ρίμες του στα στενά της μαύρης μουσικής. Αντίθετα με ό,τι είχε συμβεί με τον Ελβις το ’60, η έγχρωμη κοινότητα υποδέχτηκε τον ράπερ Εμινεμ με σέβας, αναγνωρίζοντας η ίδια ότι δεν ισχύουν πια τα άτεγκτα στεγανά του παρελθόντος - όσο δρόμο κι αν έχουν ακόμη οι ΗΠΑ μέχρι την εμπέδωση κοινωνικής δικαιοσύνης και αρμονίας. Κι ίσως το γεγονός αυτό να συνιστά ισχυρότερο δείγμα της ευόδωσης των αγώνων της μαύρης Αμερικής και από την ίδια την εκλογή του Ομπάμα. Διότι η επανόρθωση ενός κρίματος δεν συντελείται όταν μετανοεί ο θύτης, αλλά όταν συγχωρεί το θύμα.
(όπως δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 8.10.'08)
Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008
παγκοσμιόπολη
Δεν κλείσαν τα σαράντα του μπραφ στον άνω καύκασο κι οι γειτονιές πήραν να σκούζουν. "Καλά τα λες, κυρ Βλαδίμηρε, κι αυτή η σουρλουλού η Γεωργία τα φταίει που έμπλεξε με την ξιπασμένη την Αμερική, πού'χει τάχατις τα χτήματα του κοσμάκη και μας κοροϊδεύει." Έτσι μίλησε στο δρόμο έξω ο Ούγος ο μεγαλομπακάλης από την πέρα μεριά, στης κυρά Ήπας το πατρικό λίγο πιο κάτω. "Μονοπολικοί κόσμοι τέλος. Α-πα-πα," μουρμούρισε μετά κι έκανε το σταυρό του. Και στης Αμερικής το σπίτι να μην πιάνει προκοπή. Από το φονικό στο λιμάνι και μετά τίποτα δεν ήτανε το ίδιο. Κι οι γιοι να σφάζονται σαν τον άσπρο με το μαύρο.Στην πλατεία πιο πάνω, τα παλιά αρχοντικά μέναν ως περασμένα μεσάνυχτα με τα φώτα αναμμένα. Ούτε που νοιάζονταν το λάδι. Κι ας τό'χαν ανάγκη. Τα γρόσια ίσα που τους βγαίναν, αλλά ο Νικολάς του οβριού τ'αγγόνι τους είχε πάρει όλους από κοντά και τους είχε ορμηνέψει. Κι Αγγέλα του Γερμανού, παλιό σόι, μαζί του ήτανε. "Καλή η κυρία Αμερική, όμως οφείλομε να έχομε κατά νου τα συμφέροντά μας, βέβαια. Έχομε εξαρτήσεις και δεν επιθυμούμε περιπέτειες." Κι από κάτω το κακό φούντωνε. Κι οι εγωισμοί θεριεύανε και βγαίναν στο δρόμο οι άνθρωποι και δεν είχανε στο νου τους τον καλό τον κόπο, μόνο σκέφτονταν πώς θα τη βγάλουν καθαρή.
Κάπου δίπλα στην παλιά γειτονιά, στην παλιά μονοκατοικία της Ελλάδας, με τα σκαλιστά του παππού και τα μερεμέτια, ακουγόταν βουή. Χαμπάρι δεν παίρναν στο σπίτι αυτό για το που ερχόταν. Σόγια παλιά που συγγένεψαν από ανάγκη τρώγονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ξαδέλφια, θείοι και μπατζανάκηδες, κανείς δεν καθόταν στην άκρη. Φαγωμάρα για το χρήμα. Τον κρατάγαν οι από πάνω τον παρά και σ'αυτό το σπίτι, αλλά δεν είχαν τρόπο. Κι ήταν λιμάρηδες και άξεστοι παρ'όλη την κληρονομιά τους.
Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008
ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΘΕΟ ΣΟΥ

Κυριακή, 18.05, βγαίνω από το σπίτι στα Κανάλια χαρωπός με ακτοπλοϊκό εισιτήριο στο χέρι. Μου το παίρνει με ριπή αέρας 7,5 μποφώρ. Το Νήσος Μύκονος αναχωρεί 18.55. Ως τις 18.10 έχω κυνηγήσει εισιτήριο μάταια στο βουνό μέσα από αυλή διπλανού σπιτιού - 20 λεπτά από το λιμάνι κι έχω επίσης χάσει το ραδιοταξί. 18.15 παίρνω κατηφόρα φιδωτή τσιμέντο 300μ και βγαίνω στο δρόμο. Αυτοκίνητα περνούν κάθε ένα-δυο λεπτά. Παίρνω τη Τζένη στη χώρα μήπως μου βρει εισιτήριο. Όλα φουλ μέχρι πρωίας. Τηλεφωνώ συνεχώς για ταξί, δεν έχει. 18.25 ακόμα δεν έχει ταξί - η Τζένη έχει πάει στα κεντρικά της Hellenic Seaways. Ψάχνουν το όνομά μου στο σύστημα για να βεβαιωθούν ότι δεν είναι τέχνασμα. 18.35 περαστικός ταρίφας μου στέλνει μέσω CB παλαβό πιτσιρικά ταξιτζή. Όνομα βρίσκεται, εισιτήριο εκδίδεται, αγοράζεται εκ νέου. 18.40 έως 18.57 τρελή κούρσα με mercedes. Αεροπλανικά προσπεράσματα. 2 λεπτά πριν το λιμάνι, ο μαν σταματά και φορτώνει τύπο που τρέχει για το πλοίο με τσάντα και μαγιώ. "Κάτσε να τον σώσω κι αυτόν!" Δεν του πήρε χρήματα. Μας πήγε καρφί μπουκαπόρτα. Γενναίο φιλοδώρημα και 19.00 μπαίνουμε με από μηχανής Τζένη στο πλοίο. 19.05 έχει λύσει κι έχει φύγει. Άντε πες στη Γιάννα ότι ο city δεν έχει ένθετα διότι σου πήρε το εισιτήριο ο άερας και έχεις αποκλειστεί στη Μύκονο. Και γιατί ήσουν εκεί; Κι ο Ύψιστος ο ίδιος με ένιωσε.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
